|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο engineering παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: biological
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | engineering n | (university studies) | μηχανικός ουσ αρσ/θηλ | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Χρησιμοποείται η ονομασία του επαγγελματία. | | | She is studying engineering at university. | | | Σπουδάζει μηχανικός στο πολυτεχνείο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | engineering n | (profession) | μηχανικός ουσ αρσ/θηλ | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Χρησιμοποιείται η ονομασία του επαγγελματία. | | | After graduation, he went into engineering as a career. | | | Μετά την αποφοίτησή του, έκανε καριέρα ως μηχανικός. | | engineering n | (mechanical works) (συχνό, αν και αδόκιμο) | μηχανική ουσ θηλ | | | The pyramids are a marvel of engineering. | | | Οι πυραμίδες είναι ένα θαύμα της μηχανικής. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | engineer n | (technical designer) | μηχανικός ουσ αρσ/θηλ | | | She is an aerospace engineer for NASA. | | | Είναι μηχανικός αεροναυτικής για τη ΝΑΣΑ. | | engineer n | (technical worker) (ανάλογα το αντικείμενο) | μηχανικός ουσ αρσ/θηλ | | | | τεχνικός ουσ αρσ/θηλ | | | We had to call out a broadband engineer to fix the problem. | | | Χρειάστηκε να καλέσουμε τον τεχνικό του ευρυζωνικού δικτύου για να διορθώσει το πρόβλημα. | | engineer n | (machinist) | μηχανουργός ουσ αρσ/θηλ | | | He was a sheet metal engineer. | | | Ήταν μηχανουργός και έφτιαχνε μεταλλικά φύλλα. | | engineer n | US (locomotive driver) | οδηγός περίφρ | | | | οδηγός τρένου, οδηγός τραίνου περίφρ | | | The engineer blew the whistle as the train rounded the bend. | | | Ο οδηγός σφύριξε ενώ το τρένο περνούσε τη στροφή. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πάντα ήθελα να εργαστώ ως οδηγός τραίνου. | | engineer [sth]⇒ vtr | (design) | σχεδιάζω ρ μ | | | He engineered the construction of those bridges. | | | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ποιος σχεδίασε αυτή τη γέφυρα; | | engineer [sth] vtr | (build) | κατασκευάζω ρ μ | | | (καθομιλουμένη) | φτιάχνω ρ μ | | | This machine was engineered very well. | | | Αυτό το μηχάνημα κατασκευάστηκε πολύ καλά. | | | Αυτό το μηχάνημα φτιάχτηκε πολύ καλά. | | engineer [sth] vtr | figurative (make happen) (έχω επιθυμητό αποτέλεσμα) | πετυχαίνω ρ μ | | | (προσπαθώ να κάνω κάτι) | οργανώνω, σχεδιάζω, κανονίζω ρ μ | | | The campaign manager engineered the election of the president. | | | Ο υπεύθυνος της εκστρατείας πέτυχε την εκλογή του προέδρου. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | engineer n | (military designer) | στρατιωτικός μηχανικός περίφρ | | | | μηχανικός του στρατού περίφρ | | | The corps of engineers built the bridges so the troops could cross the river. | | | Τα σώματα στρατιωτικών μηχανικών έκτισαν τις γέφυρες ώστε τα στρατεύματα να περάσουν τα ποτάμια. |
|
|